Αντιμετώπιση
Η αντιμετώπιση ενός χαμηλόβαθμου αστροκυττώματος εξαρτάται από πολλούς παράγοντες — τη θέση και το μέγεθος του όγκου, τα συμπτώματα, τα μοριακά χαρακτηριστικά και τη γενική κατάσταση του ασθενούς. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργική αφαίρεση, ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία, στοχευμένη θεραπεία, ή συνδυασμό αυτών.
Χειρουργική αφαίρεση – Ο στόχος της χειρουργικής επέμβασης είναι η απομάκρυνση όσο το δυνατόν περισσότερου όγκου χωρίς βλάβη στον υγιή εγκέφαλο. Τα δεδομένα της σύγχρονης βιβλιογραφίας δείχνουν ότι η αφαίρεση της βλάβης, ακόμη και αν είναι υφολική (δηλ. αν δεν αφαιρεθεί ολόκληρος ο όγκος), έχει πλεονεκτήματα για την πρόγνωση. Όμως δεν είναι ακόμη σαφές πόσος όγκος πρέπει να αφαιρεθεί προκειμένω ο ασθενής να έχει σημαντικό όφελος από την επέμβαση.
Τα χαμηλόβαθμα αστροκυττώματα αναπτύσσονται σε υγιή εγκέφαλο και συχνά δεν υπάρχει σαφές όριο μεταξύ του όγκου και του φυσιολογικού εγκεφάλου. Ως εκ τούτου, ενδέχεται το χειρουργείο να μην αφαιρέσει όλα τα κύτταρα του όγκου, μερικά απο τα οποία μπορεί να βρίσκονται ανάμεσα σε απολύτως υγιή εγκεφαλικά κύτταρα. Έτσι, τα κύτταρα του γλοιώματος που δεν αφαιρέθηκαν συνεχίζουν να αναπτύσσονται, προκαλώντας υποτροπή του όγκου. Έτσι, η χειρουργική επέμβαση, ακόμη και όταν είναι εκτεταμένη, πολλές φορές δεν επιτυγχάνει τη θεραπεία ενηλίκων με χαμηλόβαθμο αστροκύττωμα.
Ακτινοθεραπεία – Η ακτινοθεραπεία χρησιμοποιεί ακτίνες Χ υψηλής ενέργειας που στοχεύουν με ακρίβεια στην περιοχή του εγκεφάλου που επηρεάζεται από τον όγκο. Η ακτινοθεραπεία γενικά δίνεται σε πολλές συνεδρίες για αρκετές εβδομάδες. Η συνολική δόση ακτινοβολίας υπολογίζεται προσεκτικά για να μεγιστοποιηθεί η καταστροφή των κυττάρων του όγκου και να ελαχιστοποιηθεί η βλάβη στον φυσιολογικό εγκέφαλο.
Η ακτινοθεραπεία συνήθως προτείνεται στις παρακάτω περιπτώσεις:
- μετά από χειρουργική επέμβαση, με στόχο την εξάλειψη κυττάρων όγκου που δεν αφαιρέθηκαν κατά τη χειρουργικής επεμβασης.
- όταν έχει εντοπιστεί ένα χαμηλού βαθμού γλοίωμα σε μια κρίσιμη περιοχή του εγκεφάλου που δεν μπορεί να αφαιρεθεί χειρουργικά και η θεραπεία θεωρείται απαραίτητη.
- αργότερα κατά τη διάρκεια της ασθένειας, όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι ο όγκος έχει υποτροπιάσει και προκαλεί συμπτώματα. Η χρήση της ακτινοθεραπείας αυτή τη στιγμή θα εξαρτηθεί από το πόση ακτινοβολία δόθηκε προηγουμένως, δεδομένου ότι η ακτινοβολία δεν μπορεί συνήθως να χορηγείται σε πλήρεις δόσεις στην ίδια περιοχή του εγκεφάλου περισσότερες από μία φορές.
Χημειοθεραπεία – Η χημειοθεραπεία παρεμβαίνει στην ικανότητα των ταχέως αναπτυσσόμενων κυττάρων (όπως τα καρκινικά κύτταρα) να διαιρούνται ή να αναπαράγονται. Επειδή τα κανονικά κύτταρα των ενηλίκων δεν αναπτύσσονται ενεργά, δεν επηρεάζονται από τη χημειοθεραπεία, με εξαίρεση τον μυελό των οστών (όπου παράγονται τα κύτταρα του αίματος), τις ρίζες των τριχών (θυλάκια) και τον γαστρεντερικό σωλήνα.
Τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, δείχνουν ότι υπάρχει όφελος για τους ασθενείς, ακόμα και στην περίπτωση των χαμηλόβαθμων γλοιωμάτων όταν μετά την ακτινοβολία ακολουθεί χημειοθεραπεία, η οποία συνήθως λαμβάνεται με τη μορφή χαπιών.
Στοχευμένη θεραπεία –
Η vorasidenib (εμπορική ονομασία Voranigo) είναι ο πρώτος στοχευμένος παράγοντας που εγκρίθηκε ειδικά για γλοιώματα χαμηλής κακοήθειας με μετάλλαξη IDH. Πρόκειται για αναστολέα των μεταλλαγμένων ενζύμων IDH1 και IDH2, ο οποίος λαμβάνεται ως χάπι, μία φορά ημερησίως. Η μελέτη INDIGO (φάσης 3) έδειξε ότι η vorasidenib υπερδιπλασίασε τον χρόνο επιβίωσης χωρίς εξέλιξη της νόσου σε ασθενείς με υπολειπόμενο ή υποτροπιάζον γλοίωμα βαθμού 2 με μετάλλαξη IDH.
Η vorasidenib έλαβε έγκριση από τον FDA (Αύγουστος 2024) και τον EMA, και αποτελεί πλέον θεραπευτική επιλογή — ιδιαίτερα σε ασθενείς μετά από χειρουργείο με υπόλειμμα, ή σε ασθενείς με ένδειξη εξέλιξης σε σειριακές μαγνητικές.
( Για τα αποτελέσματα της μελέτης διαβάστε περισσότερα εδώ).